Αν έχετε απορίες σχετικά με όσα ακούτε σχετικά με την οικονομική κατάσταση της χώρας, τους όρους που ακούτε περί ανάπτυξης, αναδιάρθρωσης του χρέους, κερδοσκόπους, spreads, κτλ. διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου, όπου γίνεται μία προσπάθεια να παρουσιαστούν βασικές οικονομικές έννοιες όσο πιο απλά γίνεται, με απλά παραδείγματα. Επίσης, γίνεται μία προσπάθεια να αναλυθεί με απλά λόγια τι σημαίνει χρεοκοπία, μνημόνιο, διαγραφή ή αναδιάρθρωση του χρέους όσον αφορά τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα μας.Για να είναι μία εταιρεία ή μία χώρα ανταγωνιστική πρέπει να έχει αποτελεσματική στρατηγική, ικανή ηγεσία και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η ηγεσία της εταιρείας (management) ή της χώρας (κυβέρνηση) πρέπει να διαμορφώνει τη στρατηγική, δηλαδή να εντοπίζει τα δυνατά και αδύνατα σημεία της εταιρείας ή της χώρας και να σχεδιάζει το πλάνο δράσης με σκοπό να ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα και κατά συνέπεια τα κέρδη. Ο σχεδιασμός βασίζεται σε παραδοχές που δεν επιβεβαιώνονται πάντα και υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες που μπορεί να ανατρέψουν τα σχέδια, ή να αποδειχτεί κατά την εφαρμογή του σχεδίου ότι κάτι δεν πάει καλά. Ακόμα και το τέλειο σχέδιο για να είναι αποτελεσματικό θα πρέπει να εφαρμοστεί σωστά.
Για να μην χρεοκοπήσει μία εταιρεία ή μια χώρα θα πρέπει να δημιουργούνται έσοδα μεγαλύτερα από τα έξοδα που απαιτούνται για την δημιουργία των εσόδων. Ο βασικός κανόνας της οικονομίας είναι ότι επιβιώνουν όσοι έχουν περισσότερα έσοδα από έξοδα και θριαμβεύουν όσοι έχουν πολύ μεγαλύτερα έσοδα από έξοδα.
Ακολουθεί το παράδειγμα της εταιρείας ABC για να γίνουν κατανοητές βασικές αρχές της οικονομίας και στη συνέχεια γίνεται αντιστοίχιση στα σημερινά δεδομένα της Ελληνικής οικονομίας.
Μια εταιρεία ABC, εξαιρετικά κερδοφόρα, έχει τζίρο (turnover / sales) 100€ και κόστος πωλήσεων (cost of sales) 20€. Το κόστος πωλήσεων είναι τα έξοδα που έχει μια εταιρεία, όπως πάγια, μισθοδοσία, προμήθεια πρώτων υλών, λειτουργικά έξοδα, κτλ. που είναι απαραίτητα για να παραχθούν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που θα αποφέρουν τα έσοδα στην εταιρεία. Το καθαρό κέρδος της εταιρείας (έστω ότι δεν υπάρχουν φόροι για λόγους απλότητας) είναι 80€.
Το κέρδος της εταιρείας διανέμεται στους μετόχους της ή επενδύεται στην εταιρεία με τελικό σκοπό την αύξηση του κέρδους των μετόχων (δηλαδή αύξηση της απόδοσης της εταιρείας). Τα κέρδη της εταιρείας μοιράζονται εξολοκλήρου στους μετόχους στης εταιρείας ή μοιράζεται μέρος των κερδών (μέρισμα) και το υπόλοιπο κέρδος (αδιανέμητα κέρδη) περνάει στα κεφάλαια της εταιρείας για να αξιοποιηθεί προς αύξηση των κερδών.
Για παράδειγμα ας υποθέσουμε ότι αποφασίζεται να δοθεί μέρισμα συνολικής αξίας 60€ (τα υπόλοιπα 20€ μένουν στα κεφάλαια της εταιρείας) και οι όλοι θα είναι ικανοποιημένοι αν το επόμενο έτος τα κέρδη της εταιρείας είναι αυξημένα κατά 10%. Αυτό σημαίνει ότι την επόμενη χρονιά η εταιρεία θα πρέπει να έχει συνολικά κέρδη 88€. Αν το κόστος πωλήσεων της εταιρείας μείνει σταθερό στα 20€, τότε θα πρέπει να αυξηθούν οι πωλήσεις της εταιρείας κατά 8€, δηλαδή ο συνολικός τζίρος θα πρέπει να είναι 108€ (108€-20€=88€). Για να αυξηθούν οι πωλήσεις με σταθερό κόστος πωλήσεων θα πρέπει να αυξηθεί το περιθώριο κέρδους της εταιρείας, δηλαδή να αυξηθούν οι τιμές των προϊόντων της εταιρείας. Θα πρέπει δηλαδή η εταιρεία να πουλάει τον ίδιο αριθμό προϊόντων ακριβότερα. Υπάρχει βέβαια ο κίνδυνος η αύξηση της τιμής των προϊόντων να οδηγήσει σε μείωση του όγκου πωλήσεων, να προτιμήσουν δηλαδή οι πελάτες της εταιρείας προϊόντα ανταγωνιστών.
Ένας εναλλακτικός τρόπος για να αυξηθούν τα κέρδη της επιχείρησης χωρίς να αυξηθούν οι τιμές των προϊόντων είναι να αυξηθούν οι πωλήσεις (ο όγκος πωλήσεων). Αύξηση πωλήσεων συνεπάγεται και αύξηση του κόστους πωλήσεων (για τζίρο 100€ το κόστος πωλήσεων είναι 20€, για τζίρο 110€ το κόστος πωλήσεων είναι 110*0,2€=22€). Άρα αν αυξηθούν οι πωλήσεις τις εταιρείας (τζίρος) σε 110€, το κέρδος της εταιρείας θα είναι 110€-22€=88€ και όλοι είναι χαρούμενοι.
Τι γίνεται όμως αν δεν γίνεται να αυξηθούν οι πωλήσεις; Θα πρέπει να μειωθεί το κόστος πωλήσεων, δηλαδή για να έχει η εταιρεία τζίρο 100€ και κέρδος 88€, θα πρέπει το κόστος πωλήσεων να είναι 100€-88€=12€ (μείωση 8/20=40%).
Υπάρχει βέβαια και η δυνατότητα να επιτευχθεί ο στόχος της εταιρείας και με συνδυασμό των δύο τρόπων.
Συγκρίνοντας τις δύο περιπτώσεις φαίνεται ότι ο εύκολος τρόπος για να αυξηθεί το κέρδος της εταιρείας είναι να αυξήσει τις πωλήσεις κατά 10% χωρίς να αυξήσει τις τιμές, ενώ ο δύσκολος τρόπος είναι να μειωθεί το κόστος πωλήσεων κατά 40% ή με άλλα λόγια να αυξηθεί η απόδοση της ικανότητας της εταιρείας να παράγει κέρδη κατά 40%. (όλες οι οικονομικές κρίσεις έως σήμερα ξεκίνησαν όταν άρχισαν να υπάρχουν δυσκολίες αύξησης των πωλήσεων και ξεπεράστηκαν είτε με πολέμους είτε με την λεγόμενη παγκοσμιοποίηση σήμερα, δηλαδή με αύξηση του μεγέθους της αγοράς για να αυξηθούν και οι πωλήσεις).
Η μείωση του κόστους πωλήσεων κρύβει επιπλέον τον κίνδυνο να επηρεαστούν οι πωλήσεις της εταιρείας. Έστω για παράδειγμα ότι για την παραγωγή 100 προϊόντων που αποτελούν τον στόχο για την επίτευξη του όγκου παραγωγής και άρα του απαιτούμενου όγκου πωλήσεων και του τζίρου, απαιτούνται 10 εργαζόμενοι και συνολικό κόστος μισθοδοσίας 10€. Αν μειωθούν οι αποδοχές των εργατών κατα 1€ και λόγω αυτής της μείωσης, είτε φύγουν κάποιοι και δεν αναπληρωθούν ισάξια, είτε μειωθεί η παραγωγικότητα τους λόγω δυσαρέσκειας, είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο, παράγονται λιγότερα προϊόντα, τα έσοδα της εταιρείας θα είναι μικρότερα, άρα δεν θα επιτευχθεί ο στόχος και ουσιαστικά υπονομεύεται η ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης λόγω λάθους στη στρατηγική διαχείρισης της.
Αν το περιθώριο κέρδους της εταιρείας ABC ήταν μικρό, π.χ. 10€, και ίδιες πωλήσεις (100€ ), τότε το κόστος πωλήσεων θα ήταν 90€. Για να αυξηθούν τα κέρδη κατά 10%, δηλαδή να έχει η εταιρεία συνολικά κέρδη 11€, με σταθερό κόστος πωλήσεων θα έπρεπε να αυξηθούν οι πωλήσεις στα 101€ (1% αύξηση), ενώ χωρίς αύξηση πωλήσεων θα έπρεπε να μειωθεί το κόστος πωλήσεων σε 1€ (1,1%). Πάλι μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση στο κόστος πωλήσεων αλλά μικρότερη διαφορά σε σχέση με την απαιτούμενη ποσοστιαία αύξηση των εσόδων από τις πωλήσεις. Βέβαια, όταν μιλάμε για εθνικές οικονομίες, το 0,1% αντιστοιχεί σε δισεκατομμύρια ευρώ.
Αν η εταιρεία ABC ήταν ζημιογόνα, π.χ. είχε ζημία (έλλειμμα) 10€ μια χρονιά και πωλήσεις 100€, τότε το κόστος πωλήσεων θα ήταν 110€. Το έλλειμμα αυτό ισοδυναμεί με χρέος στον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς, δηλαδή επιβαρύνει το κόστος πωλήσεων. Για να ισοσκελίσει τη ζημιά η εταιρεία θα πρέπει την επόμενη χρονιά, αν δεν αυξηθούν οι πωλήσεις ή μειωθεί το κόστος πωλήσεων, να δημιουργήσει έσοδα 120€ (110€ το κόστος πωλήσεων + 10€ το χρέος) και άρα να αυξηθούν τα κέρδη κατά 20€ (20% αύξηση). Για να αυξηθούν τα κέρδη κατά 20%, δηλαδή να έχει η εταιρεία συνολικά κέρδη 120€, με σταθερό κόστος πωλήσεων (110€) θα έπρεπε να αυξηθούν οι πωλήσεις στα 130€ (30% αύξηση), ενώ χωρίς αύξηση πωλήσεων (δηλαδή έσοδα 100€) θα έπρεπε να μειωθεί το κόστος πωλήσεων στα 80€ (20% μείωση).
Με βάση τα παραπάνω παραδείγματα προκύπτει ότι για να αυξηθεί η κερδοφορία μιας κερδοφόρας επιχείρησης ο πιο “εύκολος” τρόπος είναι να αυξηθούν οι πωλήσεις, ενώ για να αυξηθεί η κερδοφορία μιας ζημιογόνας επιχείρησης ο πιο “εύκολος” τρόπος είναι να μειωθεί το κόστος πωλήσεων. Έτσι, σε κερδοφόρες επιχειρήσεις συνήθως δίνεται προτεραιότητα στην αύξηση των πωλήσεων, ενώ στις ζημιογόνες δίνεται έμφαση στην μείωση των εξόδων. Και στις δύο όμως περιπτώσεις σημασία έχει μεγιστοποίηση των κερδών. Όταν μια εταιρεία μειώνει τα έξοδα που συνεισφέρουν σημαντικά στην δημιουργία εσόδων υπάρχει ο κίνδυνος οι μειώσεις να αποδειχτούν μπούμερανγκ, δηλαδή να έχουν το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Οι μέτοχοι μιας εταιρείας είναι “δανειστές” κεφαλαίου (equity) στην εταιρεία και θέτουν τους όρους τους για την εξασφάλιση της απόδοσης των κεφαλαίων τους. Οι μέτοχοι μιας εταιρείας (shareholders) εξουσιοδοτούν τη διοίκηση της εταιρείας να διαχειριστούν τα χρήματα τους ώστε να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους. Όσο πιο “δυνατή” είναι μια εταιρεία, δηλαδή όσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος των μετόχων σε σχέση με το κεφάλαιο που επενδύουν στην εταιρεία αυτή και άρα όσο μικρότερο είναι το ρίσκο που παίρνουν οι μέτοχοι, τόσο πιο “εύκολα” “δανείζουν” το κεφάλαιο τους οι μέτοχοι στην εταιρεία και τόσο πιο ισχυρή είναι η θέση του management στη διαπραγμάτευση των όρων του “δανεισμού”.
Οι μέτοχοι, η διοίκηση της εταιρείας, οι προμηθευτές, οι εργαζόμενοι στην εταιρεία, οι πελάτες είναι όλοι stakeholders: δηλαδή έχουν όλοι όφελος και ενδιαφέρονται από την αποδοτική λειτουργία της επιχείρησης (θα χρησιμοποιήσω τον αγγλικό όρο στη συνέχεια λόγω αδυναμίας ακριβούς μετάφρασης στα ελληνικά). Το όφελος όμως που επιδιώκει κάθε stakeholder διαφέρει: οι μέτοχοι έχουν προτεραιότητα να εισπράτουν κέρδη, η διοίκηση της εταιρείας έχει προτεραιότητα να μεγαλώσει η εταιρεία, οι εργαζόμενοι θέλουν να πηγαίνει καλά η εταιρεία για να διατηρήσουν τη δουλειά τους και να αυξήσουν τους μισθούς τους, οι πελάτες θέλουν περισσότερη αξία για τα προϊόντα που αγοράζουν (value for money), κτλ. Κάθε επιχείρηση είναι δηλαδή μία οντότητα που δημιουργεί προστιθέμενη οικονομική αξία (κέρδη). Η οικονομική άξια δημιουργείται από ομαδική συνέργεια των stakeholders της εταιρείας και κατανέμεται σε όλους αναλογικά με το ρίσκο, τους συσχετισμούς δυνάμεων, ή/και την συμβολή κάθε ομάδας στην δημιουργία της αξίας.
Όπως η κοινωνία είναι μία “ομάδα” που δημιουργεί αξία που επιμερίζεται στα μέλη της και αλληλεπιδρά με άλλες κοινωνικές ομάδες, έτσι και η επιχείρηση είναι μία “ομάδα” που δημιουργεί οικονομική αξία που επιμερίζεται και αυτή στα μέλη της και αλληλεπιδρά με άλλες επιχειρήσεις.
Η σημαντική διαφορά, και κατά τη γνώμη μου σημαντικό πρόβλημα στην λειτουργία της οικονομίας, σε σχέση με την κοινωνική λειτουργία είναι ότι στην οικονομία έννοιες όπως αλληλεγγύη, δικαιοσύνη και δημοκρατία δεν υπάρχουν. Ο μόνος κανόνας που ισχύει είναι ο νόμος του ισχυρού. Τα τελευταία χρόνια αρχίζει και αποκτά υπόσταση η έννοια της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και γίνεται πολύ συζήτηση για αλλαγές στις γενικές αρχές λειτουργίας της οικονομίας, αλλά μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες απαιτείται πολύ προσπάθεια, χρόνος και ανοιχτά μυαλά.
Η έννοια της δημοκρατίας υπάρχει εδώ και 2.500 χρόνια σχεδόν και ακόμα υπάρχουν προβλήματα στην εφαρμογή. Η έννοια του καπιταλισμού με τη σημερινή μορφή του υπάρχει ουσιαστικά τα τελευταία 100-200 χρόνια.
Υπενθυμίζω πάλι τον βασικό κανόνα της οικονομίας: περισσότερα έσοδα από έξοδα. Για να μην χρεοκοπήσει μια εταιρεία και να είναι ανταγωνιστική πρέπει να υπάρχει επίσης επαρκές κεφάλαιο για να ολοκληρωθεί ο κύκλος του χρήματος. Η εταιρεία πληρώνει πρώτες ύλες, προσωπικό, κτλ. (κόστος πωλήσεων), πουλάει το προϊόν και εισπράπτει χρήματα από τους πελάτες. Θα πρέπει ανά πάσα στιγμή να υπάρχουν χρήματα στην εταιρεία (κεφάλαιο κίνησης) για να πληρώνει της μέχρι να την πληρώσουν. Αν δεν επαρκούν τα ιδία κεφάλαια της εταιρείας για τα λειτουργικά της έξοδα ή χρειάζεται κεφάλαιο για να αναπτυχθεί ή για να αυξήσει τις πωλήσεις της ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο χρειάζεται κεφάλαιο θα πρέπει να βρει πρόσβαση σε άλλες πηγές χρηματοδότησης. Μία εταιρεία μπορεί να αντλήσει χρήματα είτε από τους μετόχους της (π.χ. αύξηση μετοχικού κεφαλαίου) είτε από το χρηματιστήριο (αν είναι εισηγμένη) με πώληση μετοχών που κατέχει η εταιρεία, είτε με έκδοση ομολόγου, είτε από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες, funds, κτλ).
Ο δανεισμός από τρίτους (ομόλογο ή δάνειο) λειτουργεί με απλούς κανόνες: όπως και ο μέτοχος, ο αγοράστης του ομολόγου ή ο φορέας που εκδίδει το δάνειο θα πρέπει να έχει όφελος για το κεφάλαιο που δανείζει στην επιχείρηση. Οι όροι του δανεισμού κατόπιν διαπραγμάτευσης των δύο μερών καταλήγει σε μια συμφωνία μεταξύ δανειστών και εταιρείας. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει τους όρους του δανείου (επιτόκιο, εγγυήσεις, χρονική διάρκεια αποπληρωμής, κτλ) και ο δανειστής γίνεται και αυτός stakeholder. Για να δανείσει τα χρήματα του, ο δανειστής κρίνει, με βάση την εκτίμηση που κάνει, αν το ρίσκο (η πιθανότητα να μην αποπληρωθεί το δανειζόμενο κεφάλαιο σύμφωνα με τους όρους δανεισμού) είναι ανεκτό για τον ίδιο. Αν το ρίσκο είναι μεγάλο έχει την επιλογή να μην προχωρήσει η συμφωνία (να μην δανείσει δηλαδή την εταιρεία). Το τελικό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης μεταξύ εταιρείας και δανειστών, δηλαδή οι όροι της συμφωνίας, επηρεάζονται από τον κίνδυνο που υπάρχει να μην ικανοποιηθούν στο βάθος χρόνου της συμφωνίας οι όροι που θέτει ο δανειστής: όσο μεγαλύτερο κίνδυνο πιστεύει ο δανειστής ότι διατρέχουν τα χρήματα του τόσο μεγαλύτερο κέρδος θέλει για τα κεφάλαια του και τόσο περισσότερες εξασφαλίσεις απαιτεί από τον δανειζόμενο. Το “πάνω χέρι” σε τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις το έχει πάντα ο δανειστής / πιστωτής. Όσο πιο “δυνατή” είναι μια επιχείρηση στο να παράγει κεφάλαιο (χρηματικές ροές, δηλαδή χρήματα στο ταμείο της και όχι λογιστικά κέρδη, χρήματα δηλαδή στα χαρτιά) τόσο μικρότερη η “ζημιά” για την εταιρεία, δηλαδή τόσο μικρότερο το κόστος δανεισμού. Το κόστος δανεισμού αυξάνει το κόστος πωλήσεων και άρα μείωνει το περιθώριο κέρδους της εταιρείας.
Οι τράπεζες είναι εταιρείες που εμπορεύονται χρήματα και άρα έχουν προτεραιότητα το κέρδος.
Έστω ότι η εταιρεία ABC αποφασίζει ότι θα πρέπει να επενδύσει στον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής γραμμής της και για να γίνει αυτό απαιτούνται 10€ (και γίνεται άμεσα για απλοποίηση των υπολογισμών). Η εταιρεία εκτιμά ότι η επένδυση αυτή θα μειώσει το κόστος πωλήσεων κατά 10€ μέσα σε ένα έτος. Άρα για τζίρο / πωλήσεις 100€ θα έχει κόστος πωλήσεων 10€, επομένως κέρδος 90€ (>88€ που θέλουν οι μέτοχοι) αντί για 80€ που θα είχε χωρίς την επένδυση, με τον ίδιο όγκο πωλήσεων. Κάθε χρόνο, χωρίς να χρειάζεται να αυξήσει τον όγκο πωλήσεων θα κερδίζει 10€ επιπλέον. Η εταιρεία θα έχει κέρδη αυξημένα κατά 10€ (12,5% αύξηση) και περιθώριο κέρδους 90% (αντί για 80%). Η διοίκηση της εταιρείας εκτιμά ότι θα αυξηθούν και οι πωλήσεις και άρα το κέρδος θα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Ακούγεται πολύ ωραίο, αλλά οι μέτοχοι της εταιρείας δεν θέλουν να δώσουν τα 10€ που απαιτούνται. Η διοίκηση της εταιρείας παρουσιάζει την επενδυτική πρόταση στην τράπεζα TTT, η οποία αφού εκτιμήσει όλα τα δεδομένα, συμφωνεί να δανείσει στην εταιρεία ABC το ποσό που χρειάζεται (10€) αρκεί να επιστρέψει η εταιρεία ABC στην τράπεζα TTT το ποσό των 11€ σε δύο χρόνια. Η συμφωνία επίσης προβλέπει ότι σε περίπτωση που η εταιρεία ABC δεν αποπληρώσει το συμφωνηθέν κεφάλαιο σε δύο χρόνια, θα εκχωρηθούν στην τράπεζα TTT μετοχές της εταιρείας ABC ίσης αξίας με το υπολειπόμενο κεφάλαιο. Όλοι είναι ικανοποιημένοι: η εταιρεία πήρε τα χρήματα που χρειάζονταν για να αυξήσει τα κέρδη της, με χαμηλό κόστος δανεισμού, και η τράπεζα πήρε τους όρους που ήθελε για να αυξήσει επίσης τα κέρδη της (ακόμα και σε περίπτωση μη αποπληρωμής του χρέους η τράπεζα θα πάρει μετοχές μιας εξαιρετικά κερδοφόρας επιχείρησης). Οι μέτοχοι, θεωρητικά, πιο χαρούμενοι από όλους γιατί χωρίς να δώσουν επιπλέον χρήματα από την τσέπη τους θα αυξηθούν τα κέρδη της εταιρείας.
Για να δούμε τώρα το παράδειγμα με αριθμούς: η εταιρεία ABC έχει τζίρο 100€, με κόστος πωλήσεων 20€ και άρα κέρδος 80€. Θα πρέπει να πληρώσει στην τράπεζα TTT 5,5€/χρόνο για δύο χρόνια (5,5€*2=11€). Άρα τα έξοδα της θα είναι αυξημένα κατά 5,5€/χρόνο κατά τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου, δηλαδή το κόστος πωλήσεων μέχρι να αποπληρώσει το δάνειο θα είναι 20€+5,5€=25,5€. Το κέρδος της εταιρείας θα είναι 100€-25,5€=74,5€ για τα δύο πρώτα χρόνια και στη συνέχεια θα είναι 90€/χρόνο. Αν το κεφάλαιο κίνησης που απαιτείται για την λειτουργία της επιχείρησης είναι μικρότερο από τα 25,5€/έτος όλα καλά, αλλιώς υπάρχει πρόβλημα και θα πρέπει πάλι η εταιρεία να βρει νέα κεφάλαια. Έστω ότι όλα πάνε καλά. Οι μέτοχοι της εταιρείας ενώ είχαν 80€ κέρδη να μοιραστούν τον προηγούμενο χρόνο τώρα προβλέπεται να μοιραστούν κέρδη 74,5€ τον 1ο χρόνο, 74,5€ τον 2ο χρόνο, 90€ τον 3ο χρόνο, 90€ τον 4ο χρόνο, 90€ τον 5ο χρόνο. Δηλαδή σε μια πενταετία αντί για 5*80€=400€ θα πάρουν 2*20€+3*90€=419€. Να ο λόγος που δεν ήθελαν κάποιοι μέτοχοι να γίνει η επένδυση. Σε μία πενταετία τα κέρδη της επιχείρησης θα αυξηθούν κατά 4,75% ενώ οι μέτοχοι ήθελαν 10% το χρόνο (488€ στην πενταετία).
Ο λαός (και οι μέτοχοι) λέει “κάλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι“, δηλαδή καλύτερα τα “σίγουρα” τώρα παρά περισσότερα με ρίσκο να χαθούν και τα “πέντε σίγουρα”. Αυτή η φράση εκφράζει την χρονική αξία του χρήματος: 1€ σήμερα αξίζει πάντα περισσότερο από 1€ αύριο. Εννοείται άρα ότι με τα 419€ στην πενταετιά οι μέτοχοι δεν θα είναι ικανοποιημένοι λόγω της παραπάνω αρχής για την χρονική αξία του χρήματος. Αν θεωρήσουμε ότι οι μέτοχοι θα ήταν ικανοποιημένοι με μία απόδοση 10% των κεφαλαίων τους ανά ετος, τότε θα ήταν ικανοποιημένοι αν η εταιρεία είχε συνολικά κέρδη: 80+88+96,8+106+117= 488€ σε μία πενταετία. Βέβαια, κανείς δεν ξέρει ότι αν η επιχείρηση θα συνέχιζε να έχει τα κέρδη των 80€ ανά έτος. Υπάρχουν πολλοί αστάθμητοι παράγοντες που δεν μπορούν να ελεγχθούν από κανένα άνθρωπο ή εταιρεία, για αυτό και πάντα στα οικονομικά υπάρχουν και παίζουν σημαντικό ρόλο οι παραδοχές και ο παράγοντας πιθανότητα σε κάθε απόφαση.
Αν στην παραπάνω περίπτωση η συμφωνία με την τράπεζα πρόεβλεπε εξόφληση 11€ σε πενταετία (2,2€/έτος) τότε τα κέρδη της εταιρείας θα ήταν 87,8€/έτος (100€-10€-2,2€), κοντά στους στόχους και τις επιθυμίες των μετόχων, για μία πενταετία, δηλαδή σε μία πενταετία 439€, περισσότερα από τα 5*80€=400€ αλλά πάλι λιγότερα από την αναμενόμενη απόδοση 10% ανά έτος (488€). Γιατί όμως οι μέτοχοι της τράπεζας (η τράπεζα δηλαδή) να συμφωνήσουν να επενδύσουν τα χρήματα τους με απόδοση 10% στην πενταετία, όταν η εταιρεία στην οποία επενδύουν έχει περίπου 10% αυξημένα κέρδη ανά έτος, και να μην ζητήσουν μεγαλύτερο επιτόκιο;
Σε επίπεδο κρατών οι μέτοχοι είναι οι πολίτες της χώρας, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας είναι η κυβέρνηση και stakeholders είναι οι πολίτες και η κυβέρνηση της χώρας αλλά και οι προμηθευτές και δανειστές της οικονομίας της χώρας. Ο τζίρος / πωλήσεις μιας χώρας είναι το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), δηλαδή τα έσοδα της χώρας. Όσο μικρότερο το κόστος παραγωγής του ΑΕΠ τόσο πιο ανταγωνιστική είναι η οικονομία μιας χώρας. Για να παραχθεί ένα προϊόν χρειάζονται πρώτες ύλες, εξοπλισμός, γνώση, ανθρώπινο δυναμικό και διοίκηση. Το κόστος που απαιτείται για να δημιουργηθεί το ΑΕΠ ισοδυναμεί με το κόστος πωλήσεων μιας εταιρείας.
Σε μία εθνική οικονομία υπάρχει επίσης και η έννοια της δημόσιας επιχείρησης. Η δημόσια επιχείρηση, θεωρητικά, ως προς τις αρχές οικονομικής λειτουργίας, δεν διαφέρει σε τίποτα από μια ιδιωτική εταιρεία. Η διαφορά είναι ότι η διοίκηση της εταιρείας ορίζεται από την πολιτική εξουσία του κράτους. Τα έσοδα από τα κέρδη των δημόσιων επιχειρήσεων είναι μια πηγή εσόδων του κράτους. Μια άλλη σημαντική πηγή είναι η φορολογία, είτε άμεση είτε έμμεση. Η φορολόγηση είναι και μία μέθοδος αναδιανομής της οικονομικής αξίας που παράγεται και παράλληλα μετατροπής της και σε άλλες μορφές αξίας, δηλαδή κοινωνικές παροχές με στόχο την κοινωνική ευημερία. Η υψηλή φορολόγηση μειώνει το κέρδος και άρα το κίνητρο επενδύσεων, η χαμηλή φορολόγηση (και η φοροδιαφυγή) σημαίνει μείωση εσόδων για το κράτος και μείωση κοινωνικών παροχών στους λιγότερο οικονομικά ισχυρούς, αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Αν η πολιτική εξουσία αποτύχει στη διαχείριση των εσόδων του κράτους θα αυξηθεί η κοινωνική ανισότητα και όταν το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται “αγανακτισμένο” υπάρχει κοινωνική κρίση, με απρόβλεπτες συνέπειες. Αποτυχία αποτελεσματικής οικονομικής διαχείρισης από την πολιτική εξουσία είναι για παράδειγμα η φοροδιαφυγή: όταν δεν υπάρχει αποτελεσματικός έλεγχος της αγοράς και δικαιοσύνη στην οικονομική και κοινωνική πολιτική είναι φυσικό επακόλουθο να υπάρχει φοροδιαφυγή. Αν ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι οι φόροι που πληρώνει είναι σε δυσαναλογία με τα εισόδημα του (περισσότεροι φόροι αναλογικά με το εισόδημα στα χαμηλά εισοδήματα) ή αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κακή διαχείριση των φόρων που αποδίδει στο κράτος από διεφθαρμένο σύστημα, γιατί να μην προσπαθεί να φοροδιαφεύγει;
Η γενική αρχή ότι τα έσοδα θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσα με τα έξοδα που απαιτούνται για τη λειτουργία της επιχείρησης ισχύει και στην περίπτωση εθνικών οικονομιών. Όταν τα έξοδα είναι μεγαλύτερα από τα έσοδα υπάρχει έλλειμμα. Όταν υπάρχει έλλειμα δημιουργείται και χρέος, για να καλυφθεί το έλλειμμα. Όταν το χρέος μιας χώρας είναι μεγαλύτερο του ΑΕΠ σημαίνει ότι τα έξοδα είναι μεγαλύτερα από τα έσοδα και αν δεν μπορεί να αλλάξει η κατάσταση αυτή θα έρθει η χρεοκοπία. Για να μην χρεοκοπήσει μια χώρα με χρέος μεγαλύτερο του ΑΕΠ θα πρέπει να αυξήσει τις “πωλήσεις” της, δηλαδή το ΑΕΠ ή/και να δανειστεί. Ο σκοπός του δανεισμού όμως ποτέ δεν είναι απλώς για να καλυφθεί το χρέος (όπως γίνεται τόσα χρόνια), αλλά για να αξιοποιηθεί το κεφάλαιο που δανείζεται μια χώρα ώστε να μειωθεί το έλλειμμα αρχικά και στη συνέχεια να δημιουργηθεί πλεόνασμα (αύξηση εσόδων ώστε να υπερβούν τα έξοδα) το οποίο θα μειώσει το χρέος. Να γίνει δηλαδή πιο ανταγωνιστική η εθνική οικονομία.
Ας υποθέσουμε ότι μία ελληνική οικογένεια καταναλώνει κάθε μήνα 1500€ και το μηνιαίο εισόδημα είναι 1000€. Κάθε μήνα υπάρχει έλλειμμα 500€ και το χρέος της οικογένειας αυξάνεται κατ´ ελάχιστο 500€ ανά μήνα. Ας υποθέσουμε ότι τα έξοδα της καλύπτονται από πιστωτική κάρτα με όριο πίστωσης 1560€. Κάθε μήνα η ελάχιστη δόση για την πιστωτική κάρτα είναι 100€ εκ των οποίων τα 80€ είναι για την πληρωμή του κεφαλαίου και τα 20€ οι τόκοι (ανεξαρτήτως πιστωτικού υπολοίπου, για λόγους απλοποίησης). Αν υποθέσουμε ότι πληρώνεται κάθε φορά η ελάχιστη μηνιαία δόση, αυτό σημαίνει ότι στο τελος του πρώτου μήνα το χρέος είναι 520€. Τον δεύτερο μήνα το έλλειμμα είναι 500€ και το χρέος αυξάνεται σε 1040€, ενώ τον τρίτο μήνα το χρέος είναι 1560€ και καλύπτεται το πιστωτικό όριο της κάρτας. Ενώ το έλλειμμα είναι σταθερό δηλαδή το χρέος αυξάνεται.
Για να πληρώσει το χρέος της η συγκεκριμένη οικογένεια, αποφάσισε σωστά να καταναλώνει βάση των πραγματικών αναγκών της, χωρίς υπερβολές. Το ελάχιστο ποσό που χρειάζεται για να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας είναι 800€. Άρα κάθε μήνα μπορεί να μειώνει το χρέος των 1560€ που δημιουργήθηκε σε 3 μήνες, το οποίο θα ξεπληρωθεί σε περίπου 9 μήνες, και ως τότε η οικογένεια αυτή θα ζεί με τα μισά λεφτά από ότι είχε συνηθίσει. Αν όμως τα εισοδήματα αυξανόντουσαν κατά 180€ το μήνα, το χρέος θα πληρωνόταν πάλι σε περίπου 9 μήνες και το διαθέσιμο εισόδημα της οικογένειας θα ήταν 980€!
Μία άλλη οικογένεια, ελληνική, με αντίστοιχα εισοδήματα, αλλά πιο “έξυπνη” αντί να κάνει “θυσίες” πήγε σε άλλη τράπεζα και αιτήθηκε νέα πιστωτική κάρτα την όποια η τράπεζα την ενέκρινε γιατί στο εκκαθαριστικό που συνόδευε την αίτηση είδε ότι η οικογένεια αυτή είχε ένα ακίνητο μεγαλύτερης αξίας από τα χρέη της και άρα είχε την απαιτούμενη εξασφάλιση. Κάποια στιγμή τα χρέη αυξήθηκαν τόσο πολύ που καμία τράπεζα δεν ενέκρινε την έκδοση νέας πιστωτικής κάρτας παρόλο που το ακίνητο της οικογένειας έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από όλα τα χρέη. Όλες οι επιχειρήσεις και ειδικότερα οι τράπεζες που εμπορεύονται χρήματα επιδιώκουν την δημιουργία κεφαλαίου. Καμία τράπεζα δεν έχει αρχικό στόχο την κατάσχεση περουσιακών στοιχείων. Ο στόχος είναι η είσπραξη των χρημάτων.
Επειδή, είναι πιο δύσκολη η είσπραξη των χρημάτων όταν το χρέος μοιράζεται σε πολλούς (οι τράπεζες που είναι επαγγελματίες έμποροι χρήματος ροξέρουν καλά αυτό), οι τράπεζες είχαν την εξής ιδέα: ας δώσουμε κίνητρο στην συγκεκριμένη οικογένεια αλλά και σε όλες τις άλλες που είναι στην ίδια κατάσταση να συγκεντρώσουν το χρέος τους σε μία τράπεζα ώστε να συγκεντρωθεί το χρέος και να είναι πιο εύκολη και πιο αποδοτική η διασφάλιση των χρημάτων που δάνεισαν όλες οι τράπεζες στις ελληνικές οικογένειες. Για να γίνει αυτό κάθε κάθε τράπεζα υποσχέθηκε πολύ χαμηλά επιτόκια (στα ήδη επιβαρυμένα με τόκους χρέη) σε περίπτωση που η οικογένεια αποφασίσει να συγκεντρώσει τις οφειλές της σε μία τράπεζα, χωρίς όμως να μπορεί να πάρει πίστωση από άλλη τράπεζα μέχρι να ξεπληρώσει το χρέος της. Το επιτόκιο δανεισμού είναι χαμηλό αλλά η εξασφάλιση πιο σίγουρη, προσημείωση πχ του ακινήτου. Όποια τράπεζα και να επιλέξει η οικογένεια, οι άλλες τράπεζες θα πάρουν τα χρήματα τους, συμπεριλαμβανομένου του κέρδους τους (τόκους) από την τράπεζα που θα συγκεντρώσει τις οφειλές, η οποία ακόμα και αν δεν πετύχει τον αρχικό της στόχο που είναι η είσπραξη του χρέους σε μετρητά, θα “συμβιβαστεί” με την εκποίηση του ακινήτου που έχει αρκετά μεγαλύτερη αξία από το συνολικό χρέος της οικογένειας και ίσως θα είναι και πιο επικερδές για την τράπεζα. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση οι τράπεζες δεν “κινδυνεύουν”. Για να γλιτώσει το ακίνητο, που είναι το μοναδικό περουσιακό στοιχείο της, η οικογένεια αναγκάζεται να κάνει σημαντικές “θυσίες” και “πολιτική σκληρής λιτότητας“. Οι τράπεζες όμως δεν ενδιαφέρονται αν οι “θυσίες” αυτές μπορούν να γίνουν και αν “πεινάσει” η οικογένεια. Αν οι αναγκαίες περικοπές στα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας οδηγούν στην πείνα και την εξαθλίωση της, οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονται. Η οικογένεια θα αγανακτήσει με το τραπεζικό κατεστημένο, ίσως να αναγνωρίσει τα λάθη της, αλλά το το γεγονός ότι θα πεινάσει δεν αλλάζει. Το μόνο που μπορεί να αλλάξει είναι το χρονικό διάστημα που θα πεινάει και ο μόνος τρόπος να μειωθεί το χρονικό διάστημα της λιτότητας είναι να αυξήσει με κάποιο τρόπο τα έσοδα της. Αν τα καταφέρει να αναστρέψει προσωρινά την κατάσταση αλλά κάνει πάλι τα ίδια λάθη μόλις βελτιωθεί λίγο η οικονομική οικογενειακή κατάσταση, γιατί πιστέψει ότι αφού τα κατάφερε πριν θα τα καταφέρει πάλι, τότε θα γυρίσει πάλι στην αρχή, θα ξαναπεινάσει αλλά αυτή τη φορά θα υπάρχει θα είναι πιο δύσκολη η ανάκαμψη και πιο έντονη η ενδοοικογενειακή διαμάχη.
Αν στη θέση της οικογένειας βάλετε την ελληνική οικονομία, στη θέση των τραπεζών την τρόϊκα, και στη θέση του οικονομικού διαχειριστή της οικογένειας τις ελληνικές κυβερνήσεις μπορείτε να καταλάβετε πως οδηγηθήκαμε στην παρούσα οικονομική κατάσταση.
Η διεθνής οικονομική κρίση δεν είναι η πραγματική αιτία για την σημερινή οικονομική κρίση αλλά η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι που γέμιζε τόσα χρόνια με ψέματα εν γνώση μας! Απλώς σφυρίζαμε αδιάφορα γιατί νομίζουμε ότι ο “από μηχανής θεός” υπάρχει και στην πραγματικότητα.
Οι δανειστές μιας χώρας, όπως και οι τράπεζες στο προηγούμενο παράδειγμα, δεν θέλουν να χρεωκοπήσει, γιατί αυξάνεται η πιθανότητα να μη κερδίσουν τα αναμενόμενα ή/και να έχουν ζημία από την επένδυση τους. Ο δανεισμός αποσκοπεί στο κέρδος. Ο δανεισμός μιας χώρας γίνεται κυρίως με έκδοση ομολόγων. Τα ομόλογα τα αγοράζουν όσοι θέλουν να “στηρίξουν την Ελληνική οικονομία” και σαν ανταμοιβή για τη στήριξη αυτή θα έχουν κέρδος. Ισχύουν οι γενικοί κανόνες για τον δανεισμό των εταιρειών που αναφέρθηκαν παραπάνω: όσο μεγαλύτερο το ρίσκο ή όσο μικρότερη η εμπιστοσύνη των αγορών στην ικανότητα ενός κράτους να αποπληρώσει το δάνειο, τόσο πιο αυστηροί είναι οι όροι που θέτουν. Σήμερα, όταν λέμε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει στις αγορές για να βρει κεφάλαια, σημαίνει ότι ακόμα και να βρεθεί κάποιος αρκετά ριψοκίνδυνος ώστε να δανείσει την χώρα, η καλύτερη συμφωνία που μπορεί να επιτύχει σε επίπεδο επιτοκίων, εγγυήσεων, χρόνο αποπληρωμής κτλ θα έχει αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα (δηλαδή την αποτροπή της χρεοκοπίας). Επίσης, είναι παράλογο να δανείζεται κάποιος με υψηλό επιτόκιο μόνο για την αποπληρωμή δανείων που έχουν ληθφεί με πολύ χαμηλότερα επιτόκια.
Οι αγορές που ακούμε ότι είναι κλειστές είναι κυρίως τα ιδιωτικά κεφάλαια. Οι αγορές, σύμφωνα με τις εντυπώσεις που θέλουν να δημιουργήσουν κάποιοι στον κόσμο, είναι “ομάδες ξένων, κακών ανθρώπων” οι οποίοι έχουν το “θράσος” να μην δανείζουν σε “ζητιάνους” που υπόσχονται “θαύματα”. Το ότι οι αγορές είναι κλειστές σημαίνει ότι δεν θέλουν ουσιαστικά οι αγορές ομόλογα Ελληνικού δημοσίου, να δανείσουν χρήματα στο Ελληνικό κράτος. Όσοι έχουν ομόλογα Ελληνικού δημοσίου είναι σαν να έχει κάποιος ένα ακίνητο που δεν το χρησιμοποιεί, αλλά και δεν μπορεί να το πουλήσει σήμερα σε συμφέρουσα τιμή. Οι κύριες επιλογές που έχει είναι να το “σκοτώσει”, αν βρει αγοραστή, είτε να περιμένει μέχρι να βρει ευκαιρία να το πουλήσει σε συμφέρουσα τιμή, είτε να το αξιοποιήσει με κάποιο τρόπο για να περιορίσει τη “χασούρα”, αν βέβαια μπορεί να εξασφαλίσει ότι δεν θα πεθάνει εντωμεταξύ της πείνας. Όπως μία εταιρεία μπορεί να έχει μετοχές της εταιρείας έτσι και το Ελληνικό δημόσιο (τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, δημόσιες επιχειρήσεις, κτλ) έχει στην κατοχή του ομόλογα Ελληνικού δημοσίου (τοξικά χρέη).
Στις αγορές δεν υπάρχουν μόνο προϊόντα και υπηρεσίες, όπως τα καταλαβαίνουμε αλλά και μορφές χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως τα παράγωγα, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, κτλ. Οι “κερδοσκόποι” που ακούμε να ποντάρουν στην χρεωκοπία της Ελλάδας είναι αυτοί οι οποίοι εκτιμούν ότι η Ελλάδα θα χρεωκοπήσει και λένε το εξής στην αγορά: όποιος πιστεύει ότι η Ελλάδα θα ανακάμψει και δεν θα χρεωκοπήσει άμεσα, να μου δώσει πχ 1€ τώρα, και αν η Ελλάδα δεν χρεωκοπήσει μέσα στον επόμενο χρόνο, τότε θα του δώσω 1,5€ για κάθε ευρώ που μου έδωσε. Άρα, ο “κερδοσκόπος” θα κερδίσει αν χρεοκοπήσει η Ελλάδα ενώ ο “υποστηρικτής της Ελληνικής προσπάθειας” θα κερδίσει 0,5€ μετά από ένα χρόνο για κάθε 1€ που θα δόσει σήμερα στον “κερδοσκόπο”. Γιατί όμως κάποιος αφού πιστεύει ότι δεν θα χρεωκοπήσει η Ελλάδα να προχωρήσει σε μία τέτοια συμφωνία; Η απάντηση είναι για να μειώσει τα χρήματα που θα χάσει σε περίπτωση χρεωκοπίας (μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι η Ελλάδα δεν θα χρεοκοπήσει, δεν μπορεί να είναι όμως και 100% σίγουρος).
Ας δούμε ένα παράδειγμα για να γίνει πιο κατανοητό και να δούμε τι είναι οι μονάδες βάσης, τα spreads και άλλες έννοιες που ακούμε συνέχεια:
Έστω ότι έχω ομόλογα Ελληνικού δημοσίου που τα αγόρασα 100€ πριν από 9 χρόνια (το 2002) που η Ελληνική οικονομία είχε μεγαλύτερη υπόληψη στις αγορές. Για να αγοράσω τα ομόλογα η συμφωνία με τον εκδότη του ομολόγου, το Ελληνικό κράτος, ήταν ότι σε 10 χρόνια το Ελληνικό κράτος όταν επιστρέψω την απόδειξη πληρωμής των 100€ (τίτλος ομολόγου) θα μου επιστρέψει σε μετρητά 110€. Πριν από 9 χρόνια επίσης αγόρασα και 100€ ομόλογα Γερμανικού δημοσίου, αλλά επειδή η επειδή η Γερμανική οικονομία είναι πιο ισχυρή από την Ελληνική (δηλαδή το ρίσκο μου είναι μικρότερο) η συμφωνία με το Γερμανικό κράτος προέβλεπε ότι σε 10 χρόνια θα εισπράξω 102€. Το κόστος δανεισμού από τις αγορές για το Γερμανικό κράτος το 2002 ήταν 2€/100€=2%, ενώ για το Ελληνικό κράτος ήταν 10€/100€=10%, δηλαδή το Ελληνικό κράτος δανείζεται 5 φορές ακριβότερα από το Γερμανικό κράτος (spreads). Για να ανταπεξέλθει στο χρέος του το Ελληνικό κράτος θα πρέπει να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας πολύ περισσότερο από αυτή του Γερμανικού κράτους. Αν ήθελα να πουλήσω τα ομόλογα αυτά πριν τα δέκα χρόνια, είναι προφανές ότι δεν θα τα αγόραζε κανένας ακριβότερα από την αξία τους στο τέλος της δεκαετίας (110€ τα ομόλογα Ελληνικού δημοσίου και 102€ τα ομόλογα Γερμανικού δημοσίου). Αν ήθελα να πουλήσω τα ομόλογα Ελληνικού δημοσίου π.χ. στον πρώτο χρόνο (2003), αυτός που θα τα αγόραζε, θα αγόραζε και την υποχρέωση να εισπράξει τα χρήματα στο τέλος της δεκαετίας. Η τιμή που θα προσέφερε κάποιος για να τα αγοράσει θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερη από 100€ (αλλιώς γιατί για να τα πουλήσω, αφού θα χάσω) και μικρότερη από 110€. Η αξία του ομολόγου θα ήταν περίπου 101€ τον 1ο χρόνο, 102€ τον 2ο κοκ. Το 2008, 7 χρόνια μετά την αγορά του ομολόγου, πριν ξεκινήσει η οικονομική κρίση να γίνεται έντονη στην Ελλάδα, θα μπορούσα να είχα πουλήσει τα ομόλογα (θα υπήρχαν δηλαδή υποψήφιοι αγοραστές) περίπου 107€, δηλαδή θα είχα κέρδος 7€. Αν χρεωκοπήσει το Ελληνικό κράτος ή γίνει αναδιάρθρωση του χρέους θα χάσω μέρος των αναμενόμενων κερδών και ίσως μέρος του αρχικού κεφαλαίου των 100€, δηλαδή θα έχω ζημία. (τι σημαίνει χρεοκοπία και αναδιάρθρωση του χρέους θα αναλυθεί παρακάτω). Ο “κερδοσκόπος” μου λέει ότι για κάθε 1€ που θα του δώσω τώρα θα μου δόσει σε δύο χρόνια, αν δεν χρεοκοπήσει το Ελληνικό κράτος μέχρι τότε, 1,5€. Έστω ότι εγώ συμφωνώ να του δώσω 4€: το πραγματικό κόστος αγοράς του ομολόγου γίνεται τώρα 104€. Αν η Ελλάδα δεν χρεοκοπήσει εγώ θα κερδίσω 10€ + 4*(1,5€-1€)=12€, αντί για 10€ ενώ ο “κερδοσκόπος” θα χάσει 4*(1,5€-1,0€)=2€. Αν το Ελληνικό δημόσιο χρεωκοπήσει δεν ξέρω αν θα έχω έστω και μικρό κέρδος ή θα έχω ζημία (δεν μηδενίζεται η αξία του ομολόγου, απλώς μειώνεται), ενώ ο “κερδοσκόπος” θα έχει κέρδος 4€.
Είναι λίγο δύσκολο να οριστεί σαφώς ποιός είναι ο “κερδοσκόπος” και σίγουρα εξαρτάται από ποια μεριά κοιτάμε το κέρδος.
Ουσιαστικά, αν θα χρεοκοπήσει το Ελληνικό κράτος ή αν θα γίνει αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους εξαρτάται ποιός θα υπερισχύσει: οι “κερδοσκόποι” ή “οι υποστηρικτές του Ελληνικού κράτους”.
Η Ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά αυτή τη στιγμή έχει δύο επιλογές: η πρώτη επιλογή που έχει είναι να ακολουθήσει τους όρους των δανειστών της και η δεύτερη είναι η αναδιάρθρωση του χρέους, είτε με συναίνεση των αγορών είτε με χρεοκοπία. Τις επιπτώσεις από την πρώτη επιλογή τις ζούμε καθημερινά. Αν δεν υπάρξει πορεία ανάπτυξης, το προσωρινό τέλος της Ελληνικής οικονομίας είναι προδιαγεγραμμένο και αναζητείται η οριστική ημερομηνία. Για να καταλάβουμε τις επιπτώσεις από την δεύτερη επιλογή πρέπει πρώτα να αναλύσουμε ποιοί τρόποι υπάρχουν για να μην χρεοκοπήσει το Ελληνικό κράτος και τι σημαίνει πραγματικά χρεοκοπία, στάση πληρωμών, αναδιάρθρωση χρέους και τι οικονομικό “παιχνίδι” παίζεται.
Με απλά λόγια:
- χρεοκοπία και στάση πληρωμών σημαίνει:
έχω 100€, χρωστάω και πρέπει να πληρώσω αυτή τη στιγμή 120€. Δεν πληρώνω κανένα και θα αποφασιστεί ποιοι θα πληρωθούν και πόσα θα πάρουν από τα 100€. Τα υπόλοιπα 20€ τα χρωστάω και δεν ξέρω πότε και πόσα από αυτά θα πάρετε.Το χρέος των 20€ δεν εξαφανίζεται δια μαγείας. Μπορεί να εξαφανιστεί, όπως και μέρος του χρέους (πχ να κριθεί μέρος του χρέους επαχθές) αλλά εξαρτάται από δικαστικές αποφάσεις και από τις εγγυήσεις των δανειακών συμβάσεων που έχουν ήδη υπογραφτεί.
- αναδιάρθρωση του χρέους σημαίνει:
έχω 100€ και χρωστάω 120€. Ελάτε όλοι όσοι χρωστάω να συζητήσουμε και να συμφωνήσουμε να πάρετε όλοι λιγότερα από αυτά που χρωστάω για να μην κηρύξω χρεοκοπία.Αν δεν υπάρξει συμφωνία τότε κηρύσεται χρεοκοπία. Χρεοκοπία σημαίνει ότι η χώρα μπαίνει σε καθεστώς εκκαθάρισης, δηλαδή θα πληρώσει όσα περισσότερα χρέη μπορεί (όχι κατόπιν δικής της απόφασης).
Για να μην χρεωκοπήσει η χώρα δημιουργήθηκε ο “μηχανισμός στήριξης” της ΕΕ με την συμμετοχή του ΔΝΤ. Ο μηχανισμός στήριξης δεν διαφέρει σε τίποτα από τον μηχανισμό συγκέντρωσης των χρεών σε όσο το δυνατόν λιγότερα χέρια ώστε να αυξηθεί η διαπραγματευτική δύναμη των δανειστών της χώρας και να εξασφαλιστούν οι κατά το δυνατόν μικρότερες απώλειες όσων έχουν επενδύσει στην Ελληνική οικονομία και στις οικονομίες των χωρών που έχουν δανείσει την Ελληνική οικονομία (με το αζημίωτο φυσικά), αντίστοιχα με τα προηγούμενα παραδείγματα της χρεωμένης οικογένειας.
Το σχέδιο είναι απλό: συγκεντρώνουμε το χρέος του Ελληνικού κράτους σε τιμή ευκαιρίας (όλοι θέλουν να ξεφορτωθούν τα ομόλογα Ελληνικού δημοσίου), αποκτάμε ισχυρή διαπραγματευτική θέση και μπορούμε να επιβάλλουμε αυστηρούς όρους για τις εγγυήσεις του δανείου “που θα σώσει” την Ελληνική οικονομία. Καθυστερούμε ή αποτρέπουμε την χρεοκοπία ώστε να κερδίσουμε από την διαφορά στην τιμή που αγοράσαμε το χρέος με την τιμή που το πουλάμε σε αυτούς που το πουλάμε, δηλαδή σε εμάς.
Το λυπηρό είναι ότι κάποιοι πανηγυρίζουν για το “κατόρθωμα” του μηχανισμού στήριξης! Ακόμα πιο λυπηρό είναι ότι πανηγυρίζουν γιατί δεν θα χρειαστεί να πάρουν την δύσκολη απόφαση να κάνουν τις απαιτούμενες ενέργειες προς όφελος του Ελληνικού λαού. Επειδή υπέρτατη βλακεία είναι δύσκολο να υπάρχει σε συλλογικό επίπεδο μάλλον εθνική προδοσία μπορεί να χαρακτηριστεί.
Ας δούμε πάλι ένα παράδειγμα προς επεξήγηση των παραπάνω:
Έστω ότι χρωστάω 100€ σε 100 άτομα (1€ σε καθένα) εκ των οποίων τα 20€ σε τόκους (0,2€ σε κάθε άτομο). Τα έσοδα μου είναι 60€ και τα έξοδα μου είναι 100€ (συμπεριλαμβανομένου των τόκων των 20€ που χρωστάω). Χρειάζομαι 30€ γιατί μείωσα τα έξοδα κατά 10€ (100€-60€-10€) αλλά δεν μπορώ να τα μειώσω περισσότερο. Επειδή ξέρει όλη η αγορά ότι χρωστάω πολλά και τα έξοδα μου (90€) είναι περισσότερα από τα έσοδα μου (60€) δεν με δανείζει κανένας. Όλοι είναι σχεδόν σίγουροι ότι θα χάσουν τα λεφτά που μου δάνεισαν ή θέλουν να τα πάρουν τώρα γιατί είχαν υπολογίσει να τα χρησιμοποιήσουν κάπου αλλού και με πιέζουν όλοι να βρω τρόπο να πάρουν τα λεφτά τους αλλά δεν βλέπουν να κάνω και τίποτα να αναστρέψω το έλλειμμα εσόδων-εξόδων. Ξαφνικά 3 “φίλοι” ή η τρόικα από εδώ και πέρα, που έχει αρκετά χρήματα μου προτείνει να προσπαθήσει να αγοράσει το χρέος της τάξης των 100€ και να μου δανείσει αυτός τα 30€ που χρειάζομαι, για τα τρέχοντα έξοδα μου και την αποπληρωμή των δανείων, με μικρό περιθώριο κέρδους 2€. Εγώ συμφωνώ αλλά η τρόικα λόγω της απελπισίας των δανειστών μου αγοράζει τελικά χρέος της τάξης των 80€ από τα συνολικά 100€, και το κόστος της αγοράς των 80€ χρέους είναι 70€. Άρα τώρα εγώ χρωστάω 80€+32€=112€ στην τρόϊκα και 20€ σε άλλα 20 άτομα: σύνολο 132€. Τον επόμενο μήνα πάλι έχω έλλειμμα 30€ και μπορω να δανειστώ πάλι μόνο από την τρόικα η οποία όμως μου λέει ότι δεν γίνεται δουλειά έτσι: “Θα σου δανείσω 150€ με 1% για τα έξοδα σου τους επόμενους 5 μήνες αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα μειώσεις τα έξοδα σου, θα αυξήσεις τα έσοδα σου, θα νοικοκυρευτείς επιτέλους ρε παιδί μου. Επειδή όμως δεν τηρείς τις υποσχέσεις σου θα βάλεις σαν εγγύηση το σπίτι σου, αξίας 1 εκ. € και θα ακούς μόνο εμένα τι πρέπει να κάνεις για να “νοικοκυρευτείς” και τα 150€ θα σου τα δίνω σε δόσεις αν κρίνω ότι κάνεις αυτά που σου λέω.” Κάτι ψέλλισα ότι δεν είναι δίκαιο αλλά πριν προλάβω να πω κάτι οι “φίλοι” μου με διαβεβαίωσαν ότι πρόθεση τους είναι μόνο να με βοηθήσουν και όφελος τους είναι να τα καταφέρω αλλιώς θα καταστραφούνε οικονομικά λόγω του δανείου που μου δώσανε (στην πραγματικότητα απλώς θα έχουν μειωμένο κέρδος από την “προσφορά φιλίας”).
Για να δούμε με αριθμούς το σενάριο που καταφερνω να “νοικοκοκυρευτώ” με τις συμβουλές τις τρόικας:
Χρωστούσα 100€, είχα έλλειμμα 30€/μήνα και άρα σε 5 μήνες θα χρωστούσα 250€. Τα εισοδήματα των 60€ μηνιαίως ήταν 20€/μήνα από το ενοίκιο ενός ακινήτου που είχα, 20€/μήνα από ενοικιαζόμενα δωμάτια και 20€/μήνα από την εργασία μου. Τώρα χρωστάω 20€+112€+150€+150×1%€=303,5€ και έχω υποθηκεύσει και το ιδιόκτητο σπίτι μου. Ακολουθώντας τις συμβουλές τις τρόϊκας πούλησα το δεύτερο ακίνητο που νοίκιαζα, για 300€ σε φίλους της τρόικας και ξεπλήρωσα ουσιαστικά το χρέος. Τώρα πρέπει να ζω “πεινασμένος” με 40€/μήνα όταν χρειάζομαι αντικειμενικά (για τα απολύτως απαραίτητα) 50€. Αν προσπαθήσω να ξανααγοράσω ή να φτιάξω ένα ακίνητο σαν αυτό που είχα θα χρειαστώ μία δεκαετία αλλά θα έχει πιάσει τόπο η εξυγίανση, αρκεί το πάθημα να μου γίνει μάθημα.
Τι θα γινόταν, χωρίς να με σώσει καμία τρόικα; Τι θα γινόταν αν μπορούσα να αυξήσω τα εισοδήματα μου στα 70€ και να μείωνα τα έξοδα στα 50€ που θα μου έφταναν να ζω σχετικά καλά; Θα είχα έσοδα 70€ και έξοδα 50€ δηλαδή 20 € το μήνα πλεόνασμα. Θα μπορούσα να συμφωνήσω με τους δανειστές μου, αφού τώρα πάω καλά να τους δίνω 10€ το μήνα αντί για 20€ μέχρι να πληρώσω όλο το χρέος μου ή να πληρώνω κανονικά τα 20€ το μήνα μέχρι να ξεπληρώσω το χρέος μου. Αν έκανα και μία μικρή ανακαίνιση στο ακίνητο μου θα μπορούσα να το νοικιάζω 10€ παραπάνω θα μπορούσα να ξοδευπω και 10€ το μήνα παραπάνω για να περνάω καλύτερα ή για να αυξήσω τα έσοδα μου περισσότερο επενδύοντας το πλεόνασμα μου. Αν είμουνα και λίγο πιο παραγωγικός στην εργασία μου και μπορούσα να κερδίσω και 5€ αύξηση, ακόμα καλύτερα. Ουσιαστικά, θα γλίτωνα πάνω από τα “κερατιάτικα” που δίνω στους “σωτήρες” μου, χωρίς να διακινδυνεύω το σπίτι μου και το μέλλον μου.
Η λύση για το Ελληνικό κράτος δεν διαφέρει από αυτά που πρέπει να κάνω εγώ στο προηγούμενο παράδειγμα. Το μόνο δεδομένο όμως είναι ότι αν δεν θέλουμε να “πεινάσουμε” άμεσα πριν καταφέρουμε να αλλάξουμε τα πράγματα, εδώ που φτάσαμε δεν έχουμε άμεσα πολλές επιλογές.
Απλώς να αναφέρω ότι πάντα το νόμισμα έχει δύο όψεις και ειδικά στα οικονομικά που για τη λήψη αποφάσεων οι πιθανότητες και οι αρχικές παραδοχές παίζουν σημαντικό ρόλο. Για παράδειγμα:Κάποιες φορές είναι καλύτερα να “πεινάμε” άμεσα για να έχουμε μεγαλύτερο κίνητρο.Για να μην “πεθάνουμε” όμως από την “πείνα” πρέπει να μάθουμε από τα λάθη και να αλλάξουμε μυαλά.
- Μείωση του κόστους λειτουργίας του δημόσιου τομέα:
το δημόσιο έχει διογκωθεί σε μεγάλο βαθμό, το Ελληνικό κράτος έχει πολύ περισσότερους υπαλλήλους από ότι χρειάζεται, και δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε αναλογικά με το μέγεθος του δημοσίου τομέα. Μείωση όμως του κόστους μισθοδοσίας με απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων χωρίς να δημιουργηθούν οι συνθήκες απορρόφησης τους στον ιδιωτικό τομέα αυξάνει την ανεργία και άρα μειώνει την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας. Επίσης, αν δεν αυξηθεί η παραγωγικότητα των εναπομείναντων δημοσίων υπαλλήλων, η αποτελεσματικότητα στην λειτουργία του δημόσιου τομέα θα μειωθεί περισσότερο, δηλαδή θα προκύψει “χειρότερο τέρας” από αυτό που πάνε να νικήσουν αυτοί που το δημιούργησαν. Μικρότερο κράτος δεν σημαίνει και πιο αποτελεσματικό κράτος. Αν αυξηθεί η παραγωγικότητα των δημόσιων υπαλλήλων χωρίς να γίνουν απολύσεις μπορεί τα έξοδα να παραμείνουν στον ίδιο βαθμό αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει να αυξηθούν τα έσοδα. Εννοείται βέβαια ότι με συνεχείς μειώσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων παράλληλα με αύξηση των απαιτήσεων παραγωγικότητας δεν υπάρχει περίπτωση να αποφέρει καρπούς, πόσο μάλιστα όταν η ηγεσία δεν δίνει το καλό παράδειγμα.
- Αποκρατικοποιήσεις:
Οι δημόσιες επιχειρήσεις πρέπει να αποφέρουν έσοδα στο κράτος για να διανέμονται τα έσοδα αυτά στην κοινωνία. Αν μία δημόσια επιχείρηση έχει έσοδα από κακή διαχείριση πρέπει να αλλάξει η διαχείριση. Αν αλλάξει η διαχείριση ή ο τρόπος διαχείρισης και η δημόσια επιχείρηση μπορεί να επιφέρει έσοδα τότε δεν πρέπει να πουληθεί. Αν υπάρχει ζημία, που δεν μπορεί να ανατραπεί λόγω άλλων συνθηκών, ας πουληθεί σε ιδιώτες για να έχει έσοδα το ελληνικό κράτος από την πώληση αλλά και μέσω των φόρων σε ετήσια βάση. Δημόσια περιουσία η όποια δεν μπορεί αντικειμενικά να αξιοποιηθεί ώστε να επιφέρει μεγαλύτερες χρηματοροές στο μέλλον από την τωρινή αξία πώλησης ας πουληθεί.
- Φορολογία:
Αποτελεσματικότερο φορολογικό σύστημα, δηλαδή πιο δίκαιο και λιγότερη φοροδιαφυγή, δεν γίνεται αλλάζοντας συντελεστές. Περισσότερα έσοδα από τη φορολογία θα έρθουν αν το σύστημα γίνει δίκαιο, υπάρχουν έλεγχοι και το σημαντικότερο όταν φανεί ότι τα χρήματα των φόρων αποδίδονται αποτελεσματικά στην κοινωνία (να αισθάνεσαι ασφάλεια όταν πας σε δημόσιο νοσοκομείο και χωρίς φακελάκι, να θέλεις το παιδί σου να πάει σε δημόσιο παιδικό σταθμό ή δημόσιο σχολείο γιατί είναι καλύτερα και όχι για λόγους οικονομίας, κτλ.)
- Αύξηση ανταγωνιστικότητας:
Η κατανάλωση ελληνικών προϊόντων δυναμώνει την Ελληνική επιχείρηση και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας αρκεί όμως τα κέρδη της Ελληνικής επιχείρησης να επενδύονται στην Ελληνική αγορά. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη διαμόρφωση στρατηγικής ανάπτυξης μιας επιχείρησης είναι να μη υπάρχει ξεκάθαρη στρατηγική (caught in the middle) καθώς και μην δίνεται έμφαση στα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της, δηλαδή στα “άλογα που θα τραβήξουν και το κάρο”. Ας δόσουμε επειτέλους έμφαση στον τουρισμό, στην ναυτιλία, και σε όποιον άλλο τομέα είμαστε ανταγωνιστικοί σε διεθνές επίπεδο και ας αφήσουμε προς το παρόν τα περί πράσινης ανάπτυξης κτλ. Όταν δεν θα είμαστε με το μαχαίρι στο λαιμό ας ξανασυζητήσουμε την στρατηγική μας (εθνική οικονομική πολιτική).
ptsavas.wordpress.com




